ΓΕΝΙΚΑ
Το αδένωμα είναι ένας συνήθης τύπος καλοήθους όγκου που μπορεί να επηρεάσει διάφορα όργανα. Κάθε κύτταρο στο σώμα έχει ένα καλά ρυθμισμένο σύστημα που του υπαγορεύει πότε χρειάζεται να αναπτυχθεί, να ωριμάσει και τελικά να πεθάνει. Όγκοι και καρκίνοι συμβαίνουν όταν τα κύτταρα χάνουν αυτόν τον έλεγχο και αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός καλοήθους όγκου και ενός καρκίνου;
Η βασική διαφορά μεταξύ καλοήθους όγκου και καρκίνου είναι η βραδύτερη ανάπτυξή του και η μικρότερη ικανότητα διήθησης. Με άλλα λόγια τα αδενώματα είναι πολύ λιγότερο επιθετικά όσον αφορά την εξέλιξή τους σε αντίθεση από τα αδενοκαρκινώματα.

Από πού προέρχονται τα αδενώματα;
Ένα αδένωμα είναι ένας καλοήθης όγκος που προέρχεται από αδενικό ιστό. Οι ιστοί που επηρεάζονται είναι μέρος μιας μεγαλύτερης κατηγορίας ιστών γνωστής ως επιθηλιακοί ιστοί. Οι επιθηλιακοί ιστοί δέρματος, αδένες, κοιλότητες οργάνων κλπ. Τα κύτταρα ενός αδενώματος δεν χρειάζεται απαραιτήτως να είναι μέρος του αδένα αλλά μπορεί να έχουν εκκριτικές ιδιότητες.

Μπορούν τα αδενώματα να γίνουν καρκινικά;
Τα αδενώματα είναι γενικά καλοήθη ή μη καρκινικά αλλά φέρουν τη δυνατότητα να γίνουν κακοήθη, δηλαδή αδενοκαρκινώματα. Ως καλοήθεις αναπτύξεις μπορούν να αναπτυχθούν σε μέγεθος για να πιέσουν τις γειτνιάζουσες δομές και να οδηγήσουν σε σοβαρές συνέπειες.


ΥΠΟΦΥΣΙΑΚΟ ΑΔΕΝΩΜΑ
Βάσει επιδημιολογικών ερευνών, περίπου το 10% του πληθυσμού εμφανίζει αδένωμα σε κάποιο όργανο του σώματος του που παραμένει ασυμπτωματικό. Αυτό που διαχωρίζει το αδένωμα της υπόφυσης είναι πως λόγω της ικανότητάς τους να εκκρίνουν ορμόνες, είναι πιο πιθανό να διαγνωστεί λόγω των ορμονικών διαταραχών που προκύπτουν. Παρατηρούνται σε ασθενείς κάθε ηλικίας και συνήθως αφορούν το πρόσθιο τμήμα της υπόφυσης (αδενοϋπόφυση). Διακρίνονται σε δύο κατηγορίες ανάλογα με το αν έχουν την ικανότητα να εκκρίνουν ορμόνες.

ΑΙΤΙΕΣ
Η ακριβής αιτία των αδενωμάτων της υπόφυσης δεν είναι γνωστή. Ωστόσο, έχει συνδεθεί με τυχαίες αλλαγές στο DNA. Αυτές οι αλλαγές οδηγούν κύτταρα της υπόφυσης να ξεφεύγουν από τον κυτταρικό έλεγχο που υφίστανται, δημιουργώντας έναν όγκο. Οι αλλαγές μπορούν να μεταφερθούν από τους γονείς στα παιδιά τους (κληρονομικότητα), αλλά συνήθως συμβαίνουν τυχαία και οι περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι κληρονομικές.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Τα συμπτώματα των αδενωμάτων της υπόφυσης ποικίλλουν ανάλογα με τον τύπο της ορμόνης που απελευθερώνεται από τον όγκο ή την επίδραση του σε γειτονικές περιοχές. Έχοντας πάρα πολλές ορμόνες μπορεί να οδηγήσει σε ορισμένες διαταραχές ή σύνδρομα, όπως:

Ο γιγαντισμός στα παιδιά και η ακρομεγαλία σε ενήλικες από υπερβολική αυξητική ορμόνη (GH)
Σύνδρομο Cushing από την υπερβολική αδρενοκορτικοτροπική ορμόνη (ACTH), η οποία μετέπειτα επιδρά στα επινεφρίδια
Υπερθυρεοειδισμός από υπερβολική θυρεοειδοτροπική ορμόνη (TSH)

Μερικά γενικά συμπτώματα αδενωμάτων της υπόφυσης περιλαμβάνουν:
Πονοκέφαλοι
Προβλήματα όρασης (διπλή όραση, απώλεια όρασης)
Ναυτία ή έμετος
Αλλαγές στη συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της εχθρότητας, της κατάθλιψης και του άγχους
Αλλαγές στην αίσθηση της όσφρησης
Ρινική αποστράγγιση
Σεξουαλική δυσλειτουργία
Υπογονιμότητα
Κόπωση
Ανεξήγητη αύξηση ή απώλεια βάρους
Μυϊκή αδυναμία
Πρώιμη εμμηνόπαυση
Αλλαγές στον έμμηνο κύκλο (γυναίκες)

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Εάν το μόνο σύμπτωμα του όγκου σχετίζεται με τα επίπεδα ορμονών που παράγονται, η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με φάρμακα (συνήθως χορηγούμενα από έναν νευροενδοκρινολόγο) που χρησιμοποιούνται για τη σταθεροποίηση των ορμονών σε φυσιολογικά επίπεδα. Σε περίπτωση ανάγκης απομάκρυνσης ή ελέγχου της ανάπτυξης του όγκου θα χρησιμοποιηθούν η χειρουργική επέμβαση (μη επεμβατική) και η στερεοτακτική ακτινοχειρουργική (μια μορφή ακτινοθεραπείας).